βλωθρός

βλωθρός
Grammatical information: adj.
Meaning: `(grown) high' (of trees; Il.).
Other forms: γλωθρός (Hes.), a form mostly not mentioned.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Hardly as *μλωθρός to a word for `head', Skt. mūrdhán- m. - βλώσκω "est loin pour le sens." (DELG). (Not to μέλαθρον or βλαστάνω.) Beekes, Dev. 215f. The form with γ- suggests Pre-Greek.
Page in Frisk: 1,246

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βλωθρός — βλωθρός, ά, όν (Α) (για δέντρα) ψηλός, μεγαλόπρεπος. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Υποστηρίχτηκε ότι ο τ. βλωθρός < *μλωθρός < (ινδοευρ. ρίζα) *melōdh «ύψωμα, κεφάλι» (πρβλ. αρχ. ινδ mūrdhάn «κεφάλι, κορυφή», αγγλοσαξ. molda «κορυφή του… …   Dictionary of Greek

  • βλωθρός — tall masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλωθρά — βλωθρός tall neut nom/voc/acc pl βλωθρά̱ , βλωθρός tall fem nom/voc/acc dual βλωθρά̱ , βλωθρός tall fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλωθροῖο — βλωθρός tall masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλωθρᾶς — βλωθρός tall fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλωθρῆς — βλωθρός tall fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλωθρῇ — βλωθρός tall fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλωθρῇσιν — βλωθρός tall fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλωθρή — βλωθρός tall fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλωθρήν — βλωθρός tall fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • морда — I морда I., укр., блр. морда. Судя по наличию р , заимств. из ир. *mǝrǝδa , ср. авест. ka mǝrǝδa голова , собственно что за голова, отвратительная голова (Бартоломэ 440); родственно др. инд. mūrdhan м. лоб, голова, вершина, верхушка , англос.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.